Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2012

«Ο Αμερικάνος»

Απόσπασμα από το χριστουγεννιάτικο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.
Νικηφόρος Λύτρας, Κάλαντα (1872)

...........
 Αλλ'  ιδού εισήλθε μετ' ολίγον κι εκείνος, όστις ήτο το αντικείμενο του διαλογισμού του. Διηυθύνθη εις το λογιστήριον, διέταξε ρούμι, κι έριψεν αργυρούν σελίνιον επι του κασσιτέρου του λογιστηρίου. Ο Μπέρδες το έλαβε.
-Πόσα πάει αυτό.
Ο Αμερικάνος έκαμε χειρονομίαν αδιαφορίας και είπε΄
-Δεν γνωρίζω του τόπου μονέδα εγώ.
-Αυτό δεν είναι σύμφωνο με τη μονέδα μας, και δεν περνάει, είπεν ο κάπηλος. Αν θέλετε, να σας το πάρω για δραχμή.
-Αι ντόντ κέαρ, εμορμύρισεν ο Αμερικάνος. Και είτα ελληνιστί είπε
-Δε με μέλει εμένα αυτό.
Ο Μπέρδες του επέστρεψεν ενενήντα πέντε λεπτά.
Εν τούτοις ο Βαγγέλης ο Παχούμης δεν έπαυσε να κοιτάζη τον άγνωστον. Την στιγμήν εκείνην εστράφη προς τους εν τω καπηλείω και είπε μεγαλοφώνως
-Βρέ παιδιά, θυμάστε, κανένας απο εσάς, το Γιάννη τ' μπαρμπα-Στάθη τ' Μοθωνιού, που λείπει στην Αμέρικα εδώ κι' είκοσι χρόνια
Ακούσας το όνομα τούτο ο ξένος ανεσκίρτησε και εστράφη άκων προς τον λαλούντα. Εν τούτοις εκρατήθη, προσεπάθησε να δείξει αδιαφορίαν, κι' ελθών εκάθισε παρά τινα γωνίαν του καπηλείου. Ηναψε πούρον κι' εκάπνιζεν.
Ουδείς απήντησεν εις την ερώτησην του αχθοφόρου, ής η υποκεκρυμμένη έννοια ελάνθανε πάντας.
Ο Βαγγέλης εξηκολούθησε
-Πού να θυμάστε σείς Είσθε όλοι μικρότεροί μου. Εξόν απ' τον μπαρμπα-Τριαντάφυλλο, που δεν είναι ντόπιος, κι' εγώ κοντεύω τώρα να σαραντίσω. Ημουν ώς δεκαοχτώ χρονών, όταν εξενιτεύτηκε ο γυιός του Μοθωνιού, κι' εκείνος τότε θα ήτον ώς εικοσιπέντε. Μα μου φαίνεται, να τον έβλεπα τώρα-δά, θα τον εγνώριζα. Απέθαναν με τον καυμό του Γιάννη τους, κι ο καημένος ο μπαρμπα-Στάθης κι' η γυναίκα του, Θεός σχωρέσ' τους! Και το σπιτάκι τους απόμεινε ρείπιο και χάλασμα, με δύο μισούς τοίχους εδώ παραπάνω, στής εκκλησιάς το μαχαλά, και μ' ένα μαύρο βαθούλωμα στη γωνιά που ήτον ένα καιρό η παραστιά τους. Και ο γυιός τους έρριξε πέτρα πίσω του. Μα πόσος κόσμος χάνεται, ώς τόσο, και στην Αμέρικα! Ξέρετε πού ήταν και αρραβωνιασμένος
-Και ποιά είχε ηρώτησε μετ' αδιαφορίας ο κλήτωρ της δημαρχίας, αρχηγός της πολιτοφυλακής της νυκτός.
Ο ξένος ήκουε μετά βαθυτάτης προσοχής, αλλ' εφυλάττετο να στρέψη βλέμμα πρός τον λαλούντα.
-Είχε το Μελαχρώ της θειά-Κυρατσώς της Μιχάλαινας. Και σαν έφυγε και απέρασαν
δυό-τρία χρόνια, την εγύρεψαν πολλοί, γιατί το κορίτσι είχε χάρες κι' εμορφιές, και τιμημένη ήτον, και μορφοδούλα, η μόνη κεντήστρα του χωριού μας, και προικιά είχε καλά. Μα το Μελαχρώ δε θέλησε κανέναν, όσο που απέρασαν τα χρόνια κι' έγινε κι αυτή γεροντοκόριτσο. Και με το άχ και βάχ, αδυνάτισε τώρα κι' εχλώμιανε, μα 'ως τόσο, όταν η γυναίκα έχη καλό σκαρί, δύσκολα γεράζει. Ακόμα το λέει, βρέ παιδιά, θα είναι παραπάν' απο τριανταπέντε και φαίνεται να είναι ώς εικοσιπέντε. Έτυχε μια μέρα να την ιδώ, που τους κουβάλησα ένα σακκί αλεύρι, όσο την κοιτάζης, τόσο νοστιμίζει!
-Ελα, άφ' σέ τα αυτά, Βαγγέλη,είπεν αυστηρώς ο κλήτωρ της δημαρχίας, δεν πάει στα μαγαζιά μέσα να λέμε για φαμίλιες και για κορίτσια.
-Εχεις δίκιο, μπαρμπα-Τριαντάφυλλε, είπεν ο αχθοφόρος, μα δεν το είπα για κακό...
Η όψις του Αμερικάνου εφαιδρύνθη, και ακτίς ευτυχίας, διαπεράσασα το επίχρισμα εκείνο και την οιονεί προσωπίδα, περί ής είπομεν εν αρχή, ηγλάισε το πρόσωπόν του.
Ο μπαρμπα-Τριαντάφυλλος με τον χωροφύλακα και τους δύο πολίτας φρουρούς, με τα τουφέκιά των ηγέρθη και είπεν αποτεινόμενος προς τον κάπηλον¨
-Ελα, κάμε γλήγορα, Δημήτρη, κάμετε φρόνιμα, αφήστε τους χορούς και τα τραγούδια, παιδιά, δεν είναι απόκριες. Τι μέρα ξημερώνει αύριο? Κλείσε γλήγορα,  Δημήτρη, να κοιμηθούν ο κόσμος, θα σηκωθούν τις δύο απ' τα μεσάνυχτα να παν στην εκκλησιά. Και ο κύριος έχει μέρος να κοιμηθεί τάχα? Ηρώτησε δείξας τον Αμερικάνον.
-Εννοια σ', μπαρμπα-Τριαντάφυλλε, είπεν ο Βαγγέλης, του είπε ο μπαρμπ'-Αναγνώστης ο καφετζής να πάη στον καφενέ του να πλαγιάση. Μα μη σε μέλει ώς τόσο για τον κύριο ,προσέθηκε παίξας την ματιά εις τον κλήτορα, αν θέλη μέρος να κοιμηθεί έχει και παραέχει.
-Τι τρέχει? Ηρώτησε μυστηριωδώς ο κλήτωρ.
-Είναι απο δώ, ντόπιος, του είπεν εις το ούς ο Παχούμης.
-Και πώς το ξέρεις?
-Ειχα δεν είχα, τον γνώρισα.
-Και ποιός είναι?
-Εκείνος που σας έλεγα πριν, ο Γιάννης τ' μπαρμπα-Στάθη τ' Μοθωνιού. Οταν ήρθες κι αποκαταστάθηκες εδώ του λόγου σου, ήτον φευγάτος, και γι' αυτό δεν τον θυμάσαι. Μα τον τον πατέρα του, τον μπαρμπα-Στάθη, τον έφτασες, θαρρώ.
-Τον έφτασα. Κάμε γλήγορα , Δημήτρη, επανέλαβε μεγαλοφώνως ο κλήτωρ, κι' εξήλθεν.
  Οι δύο συναχθοφόροι του Βαγγέλη είχαν παύσει το άσμα και την όρχησιν, και ητοιμάζοντο ν' απέλθωσιν. Αλλ' αίφνης ο Βαγγέλης, ελθών πλησίον του Αμερικάνου, του λέγει ταπεινή τη φωνή
-Τι μ' δίνεις, αφεντικό, να πάω να πάρω τα σ' χαρίκια?
Ο ξένος δεν έβαλε την χείρα εις την τσέπην. Αλλά μεταξύ του αντίχειρος, του λιχανού και του μέσου της δεξιάς ευρέθη κρατών μίαν αγγλικήν λίραν. Την έρριψεν πάραυτα εις την παλάμην του Βαγγέλη με τόσην προθυμίαν και χαράν, ώς να ήτον ο λαμβάνων και όχι ο δίδων.
Οταν οι γείτονες της θειά-Κυρατσώς της Μιχάλαινας εξύπνησαν μετά τα μεσάνυκτα δια να υπάγουν εις την εκκλησίαν, της οποίας οι κώδωνες εκλάγγαζον θορυβωδώς, πόσον εξεπλάγησαν ιδόντες την οικίαν της πτωχής χήρας, εκεί όπου δεν εδέχοντο τα παιδία να τραγουδήσουν τα Χριστούγεννα, αλλά τα απέπεμπον με τας φράσεις, -δεν έχουμε κανένα και - τί θα τραγουδήστε απο μας?-, κατάφωτον, με όλα τα παραθυρόφυλλα ανοικτά, με τας υέλους απαστραπτούσας, με την θύραν συχνά ανοιγοκλειομένην, με δύο φανάρια ανηρτημένα εις τον εξώστην, με ελαφρώς διερχομένας σκιάς, με χαρμοσύνους φωνάς και θορύβους. Τι τρέχει? Τι συμβαίνει? Δεν ήργησαν να πληροφορηθώσιν. Οσοι δεν το έμαθαν εις την γειτονιάν, το έμαθαν εις την εκκλησίαν, το έμαθαν απο τους επανελθόντας οίκαδε την αυγήν, μετά την απόλυσιν της θείας λειτουργίας.
Ο ξενιτευμένος γαμβρός, ο απο εικοσαετίας απών, ο απο δεκαετίας μη επιστείλας, ο απο δεκαετίας μη αφήσας ίχνη, ο μη συναντήσας που πατριώτην, ο μη ομιλήσας απο δεκαπενταετίας ελληνιστί, είχε γυρίσει πολλά μέρη εις τον Νέον Κόσμον, είχε εργασθή ώς υπεργολάβος εις μεταλλεία και ως επιστάτης εις φυτείας, κι' επανήλθε με χιλιάδας τινάς ταλλήρων εις τον τόπον της γεννήσεώς του, όπου επανεύρεν ηλικιωθείσαν, αλλ' ακμαίαν ακόμη, την πιστήν του μνηστήν.
Εν μόνον είχε μάθει, πρό δεκαπέντε ετών, τον θάνατο των γονέων του. Περί της μνηστής του είχε σχεδόν πεποίθησιν, ότι θα είχεν υπανδρευθή προ πολλού, εν τούτοις διετήρει αμυδράν τινα ελπίδα. Εκ δεισιδαίμονος φόβου, όσον επλησίαζε εις την πατρίδα του, τόσον εδίσταζε να ερωτήση απ' ευθείας περι της μνηστής του, μη δίδων άλλως γνωριμίαν εις κανέναν των συμπατριωτών του, όσους τυχόν συνήντησεν άμα φθάσας εις την Ελλαδα. Επροτίμα ν' αγνοή τί έγινεν η μνηστή του, μέχρι της τελευταίας στιγμής, καθ' 'ην θ' απεβιβάζετο εις τον τόπον της γεννήσεώς του και θα προσήρχετο εις ευλαβή επίσκεψιν εις το ερείπιον, όπου ήτο άλλοτε η πατρώα οικία του.
Μετά τρείς ημέρας, τη Κυριακή μετά την Χριστού Γέννησιν, ετελούντο εν πάση χαρά και σεμνότητι οι γάμοι του Ιωάννου Ευσταθίου Μοθωνιού μετά της Μελαγχροινής Μιχαήλ Κουμπουρτζή.
Η θειά-Κυρατσώ, μετά τόσα έτη, εφόρεσεν, επ' ολίγας στιγμάς χρωματιστήν -πολίτικην μανδήλαν-. Δια ν' ασπασθή τα στέφανα. Και την παραμονή του Αγίου Βασιλείου, το εσπέρας. Ισταμένη εις τον εξώστην, ηκούσθη φωνούσα προς τους διερχομένους ομίλους των παίδων
-Ελάτε, παιδιά, να τραγ' δήστε!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας